πτίλωσις


πτίλωσις
πτίλωσις, , (1) Befiederung, Gefieder; (2) eine Krankheit der Augen, in welcher der Rand der Augenlider dick, rot und entzündet ist und dabei die Wimpern verliert, ein solcher Kranker heißt πτίλος; πτίλα βλέφαρα, die so der Augenwimpern beraubten Augen

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πτίλωσις — a disease of the eyelids fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πτίλωσις — ώσεως, ἡ, Α [πτιλῶ] 1. το να έχει ένα πτηνό πτίλα, πούπουλα 2. νόσημα τών βλεφάρων με φλεγμονή στα άκρα τους και πτώση τών βλεφαρίδων …   Dictionary of Greek

  • πτιλώσεις — πτίλωσις a disease of the eyelids fem nom/voc pl (attic epic) πτίλωσις a disease of the eyelids fem nom/acc pl (attic) πτιλόω furnish with feathers aor subj act 2nd sg (epic) πτιλόω furnish with feathers fut ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πτίλωσιν — πτίλωσις a disease of the eyelids fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πτίλος — και πτιλός και πτίλλος, ό, Α αυτός που πάσχει από την ασθένεια τών ματιών πτίλωσις*. [ΕΤΥΜΟΛ. Υποχωρητ. σχηματισμός τού πτίλωσις. Ο τ. πτίλλος με εκφραστικό διπλασιασμό τού λ ] …   Dictionary of Greek

  • πτιλώσσω — Α πάσχω από την ασθένεια τών ματιών πτίλωσις*. [ΕΤΥΜΟΛ. < πτίλον + κατάλ. ώσσω, που απαντά σε ρ. που δηλώνουν ασθένεια (πρβλ. καρδι ώσσω, λαιμ ώσσω)] …   Dictionary of Greek

  • πτιλώσεων — πτιλώσεω̆ν , πτίλωσις a disease of the eyelids fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πτιλώσεως — πτιλώσεω̆ς , πτίλωσις a disease of the eyelids fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.